Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικροσκοπικά ολοκαυτώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικροσκοπικά ολοκαυτώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη

πίσω στα δικά μου

πίσω στα άθλια πλακάκια

πίσω στην ξυπολυσιά μου

πίσω στην ξεβρακωσιά μου

πίσω στις φλοκάτες τις ξυρισμένες και τις αξύριστες

πίσω στα παχύφυτά μου που δεν πέθαναν

πίσω στους περιπάτους κοντά στη θάλασσα μα με λιγότερη θάλασσα

πίσω στις νύχτες μου

πίσω στην αναβλητική ανυπομονησία μου

πίσω στα πινέλα μου και το καβαλέτο μου

πίσω στα καζανάκια και τα σκατά των άλλων

πίσω στα γκνταπ γκντουπ της αποπάνω και του πιο πάνω

πίσω στις κατσαρόλες για έναν

πίσω στο προβληματικό ντουί του χωλ

πίσω στον νιπτήρα που τρέχει και δεν τρέχει τίποτα

πίσω στα μεταμεσονύκτια ντους

πίσω στην αναμονή

πίσω στην υπομονή

πίσω στο καταμόνη

πίσω στους ύπνους με την τριχωτή μου φιλενάδα

πίσω στις νότες μου και τα ριπίτ μου

πίσω στην Δ που αγαπά να διαβάζει

πίσω στην Ε που αγαπά να περπατά

πίσω στην άλλη Ε που αγαπάει εμένα όταν κάνω 'ουφ'

πίσω στον αιμάτινο τοίχο

πίσω στον απέναντι χωρίς την απέναντι

πίσω στη ροδιά που είναι πιο ψηλή από μένα

πίσω στο αχρηστευμένο λεβητοστάσιο στο οποίο κρύβεται η Σούζα και κάνει τα γόνατά μου σαγρέ

πίσω στη μαρία

πίσω στο να ξαναείμαι αόρατη

πίσω στο να μη με ψάχνει κάποιος

πίσω στα δικά μου ψαξίματα

πίσω στο να παλεύω με τα ριχτάρια

πίσω στο να μη ξέρω πού να χώσω τη γάστρα

πίσω στο όποτε θέλω εγώ

πίσω στο φλοράλ απαλό μαξιλάρι που ακουμπάω το κεφάλι μου

πίσω στους εφιάλτες

πίσω στο ούλωφ πάλμε με τα τρομακτικά δέντρα

πίσω στον περιφερειακό που απεχθάνομαι

πίσω στην άβολη στάση

πίσω σε όσα περίσσεψαν

πίσω στους πόνους στο ισχίο

πίσω στη σιωπή

πίσω στις μονόφθαλμες γάτες που τρίβονται στα πόδια μου

πίσω στις βιντεοκλήσεις που σιχαίνομαι

πίσω στον λιναρόσπορο που κάνει καλό

πίσω στην αμφιβολία που κάνει κακό

πίσω στην άγνοια που κάνει ό,τι αποφασίσουμε

πίσω στην λάμπα που κάνει λίγο πράσινο τον τοίχο που θέλω να βάψω πράσινο και γι' αυτό την αγαπάω λίγο περισσότερο

πίσω στην ίδια διαδρομή

πίσω στην πλεκτή κουβέρτα που μ' έκανε να αγαπήσω το κίτρινο και είναι η μοναδική που με ζεσταίνει μέχρι μέσαμέσα

πίσω στην μπαλκονόπορτα που έφτιαξε ο μάστορας μα ακόμη συμπεριφέρεται σαν χαλασμένη

πίσω στον ακάλυπτο που είναι η αγαπημένη μου θέα και μόνο εκείνος με περίμενε οπότε κάθε ξημέρωμα ανοίγω το παράθυρο και του ψιθυρίζω:

έι, ήρθα



Τετάρτη

οι εραστές του προκατ-αρκτικού κύκλου

ένα αγόρι μου χάριζε κάθε σούρουπο αγριολούλουδα και ραβασάκια με ερωτόλογα την ώρα που σέρβιρα κρέπες και μπανάνα σπλιτ και παγωτό 

σ-τ-ρ-α-τ-σ-ι-α-τ-έλα

όταν μετά από καιρό συναντηθήκαμε τυχαία σε μια καφετέρια,  καμώθηκα πως δεν τον ξέρω

ένα αγόρι με δάχτυλα από τον Πόντο βρήκε ένα πιάνο σ ένα άδειο θέατρο και ηχογράφησε την σπουδή No.8 του Rachmaninoff επειδή ήξερε πόσο την αγαπώ και μου χάιδευε το κόκκαλο δίπλα στους μαύρους κύκλους και αναρωτιόταν πώς γίνεται κάτι τόσο όμορφο να αντέχει να βρίσκεται τόσο κοντά σε κάτι τόσο άσχημο κι εγώ απαντούσα πως όλα γίνονται αφού ξέρεις να παίζεις την αγαπημένη μου σπουδή, και μου έλεγε είσαι όμορφη από 'δωμα εκείνος δεν στεκόταν σε μια μεριά και συνεχώς από αλλού με κοίταζε 

ένα αγόρι, που για χάρη του έγινα η Γκουνίλα χωρίς τη μοναξιά της, με ονειρευόταν με το κόκκινο υπερτέλειο τεράστιο κασκόλ μου μες στα χιόνια πριν καν το δει[!] μου έφερε να μυρίσω βασιλικό από τη Κρήτη, φυλαγμένο μέσα σε βιβλίο στη θέση ενός σελιδοδείκτη

μου διάβαζε ποιήματα του Γκόρπαμου , του Νικανόρ Πάρα και αποσπάσματα από τα Γράμματα στην Οφέλια ενώ έκοβα λάχανο ή όταν έψηνα μελιτζάνες, και τα μούσια του ήταν τόσο δυνατά και γενναία που μέχρι και ο θάνατος φοβόταν και δεν πλησίαζε

μετά η μόνη του έγνοια ήταν να του επιτρέπω να με αγαπά από μακρυά κι εγώ τότε του χάρισα ένα παγόβουνο αλλά μόνο στα λόγια

ένα αγόρι με έπλενε με αγάπη, μου έλεγε να μη φοβάμαι τίποτα, να κάνω πάντοτε αυτό που θέλω, μου μάθαινε να μη φοβάμαι το θάνατο κι εγώ του μάθαινα να μη φοβάται τη ζωή, ήθελε να πάει μαζί μου στην Ανταρκτική αλλά και στη νέα παραλία όταν φυσούσε κρύος αέρας, το δέρμα του ήταν διάφανο και πανέμορφο και είχε πόδια μπαλαρίνου με τατουάζ ολόδικά του, του χάρισα όλα μου τα δέντρα και τη Μεγάλη Χίμαιρα, 

μα εγώ -η μικρή χίμαιρα- τα θαλάσσωσα, και όχι ανταρκτικώς

ένα αγόρι είχε σταματήσει το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου με τη μηχανή και τα φώτα αναμμένα, για να χορέψουμε το So long Marianne σφιχταγκαλιασμένοι, ταξίδευε τετρακόσια εκατομμύρια χιλιόμετρα για να συναντιόμαστε, μοιραζόταν μαζί μου την καρδιά του και όλα του ήταν υπέροχα και μοσχοβολιστά, η αγκαλιά του έμοιαζε με επιστροφή, και από το στόμα του έβγαινε μόνο ομορφιά

με φώναζε ζωήμου, ήταν ο πιο δίκαιος άνθρωπος του κόσμου, είχε τα πιο ευγενικά φρύδια, του έδειξα τον κόσμο και ίσως γι' αυτό δεν με μίσησε για τα κακά που του προξένησα

ένα αγόρι την ημέρα εκείνη που πάντα μου φέρνει εμετό, μου χάρισε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο κι ένα πονηρό γλύκισμα, και τις υπόλοιπες που μου φέρνουν λιγότερο εμετό, μου χάριζε καινούρια αυτιά και μάτια και εαυτό που να του μοιάζει

εγώ του χάρισα την Κερκίνη και τον Στρυμώνα και όλα τα Πάπιγκα μα τίποτε δεν ήταν αρκετό και μια νύχτα εκεί γύρω στα γενέθλιά μου με σκότωσε με το τόξο του, με τύλιξε με το καινούριο του προβατοκουβερτοπάπλωμα γιατί η σόμπα είχΑ χαλάσει και Μου έβαλε ν' ακούσεΕΙ Swans

ένα αγόρι που ήξερε να μαστορεύει μου χάρισε το 'εγώ και οι άλλοι', εγώ τά 'χασα γιατί ποτέ κανείς δεν μου είχε χαρίσει το 'εγώ και οι άλλοι' με τον εαυτό του μαζί, με αφιέρωση τόσο αγαπησιάρικη και μ' ένα ηλιοτρόπιο που ομόρφυνε κι άλλο τη βιβιοθήκη μου και έκανε τον πόθο μου ξανά ολοπράσινο και ολοζώντανο και χιλιοαναρριχητικό για να χαϊδεύονται, και από τότε μειώθηκαν τα λέπια, και οι γάμπες μου έγιναν γυναικείες ξανά και μπόρεσαν να σταυροποδίσουν

με ακούμπησε κοντά στο δεξί του πλευρό 

κι έμεινα εκεί, αγαπημένη, μα δύσπιστη και φοβισμένη

ώσπου να πεθάνω




Πέμπτη

προς ενυδάτωση οφθαλμών

αφού στριφογυρνούσα με διάφορα καριολίστικα βασανιστικά για περίπου έναν αιώνα και ήθελα να ξεριζώσω τα νύχια μου με πένσα για να ξεχάσω τον ψυχικό πόνο που βίωνα, είδα ότι δούλευα σε μια εταιρεία που έκανε κρατήσεις σε διάφορους χώρους εκδηλώσεων στην πόλη που ζω

συνομιλούσα λοιπόν τηλεφωνικώς μ έναν κύριο, ο οποίος ήθελε να κάνει
κράτηση 30 θέσεων σε μια αίθουσα θεάτρου-σινεμά ή κάτι τέτοιο, κι ενώ
έβλεπα στο χάρτη τα στοιχεία του χώρου και όλες τις λεπτομέρειες, δεν μπορούσα να προφέρω το όνομάτου με καμία δύναμη, ο εγκέφαλόςμου νέκρωνε μόλις διάβαζε τις δύο λέξεις του χώρου, ήμουν έτοιμη να εκραγώ, ζητούσα βοήθεια από τη μάναμου και ξύπνησα από τις κραυγές και τους ανεβασμένους παλμούςμου

ξανακοιμήθηκα, και συνεχίζοντας το όνειρο, είδα ότι ήμαστε εγώ κι άλλοι 29 σε μια τεράστια αίθουσα με μαρμάρινο δάπεδο, όπου υπήρχαν 15 τραπέζια, στα οποία μας είχαν βάλει να καθίσουμε ανά ζεύγη

είχα καθίσει μ έναν συνάδελφο από τη δουλειά, αρκετά νεαρό, ο οποίος
άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα διαχυτικός, και προσπαθώντας να με
φιλήσει, είχε στρίψει τον κορμότου 360 μοίρες από τη μέση και πάνω
κι εγώ τον κοιτούσα έντρομη και απορημένη κι αναρωτιόμουν για ποιο
σκατά λόγο δυσκολεύει τον εαυτότου τόσο πολύ και σκεφτόμουν ότι
αυτό δεν είναι αγάπη και Η ΑΓΑΠΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΣΑΚΑΤΕΥΕΙ ΚΑΙ
ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΔΙΑΛΥΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΑΝΑΓΚΑΖΕΙ ΝΑ ΣΤΡΙΨΕΙΣ ΤΟΝ ΜΙΣΟΣΟΥ
ΚΟΡΜΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΛΛΑΞΑ ΓΝΩΜΗ και ξάφνου κοιτάζω τα μάτιατου
και δεν ήταν τα μάτια του άνδρα που αγαπώ, και συνειδητοποιώ ότι
φοράει τη ζακέταμου τη μπεζ τη μακρυά που φοράω στο σπίτι
και είναι από τις αγαπημένεςμου γιατί τα μανίκιατης είναι αρκετά μακρυά ώστε να φτάνουν να τα σφίγγω στις γροθιέςμου και να αισθάνομαι
ασφάλεια εκείνες τις στιγμές της πελώριας ανασφάλειας και πάνω που έχω γίνει έξαλλη νιώθω τα κρύα χέριαΤου στο πρόσωπό μου κι ακούω την φωνήΤου να μου λέει πως είναι πείραμα, όλο αυτό είναι πείραμα και να μην ανησυχώ, όλα γίνονται στα ψέμματα και να κάνω λίγη υπομονή ακόμη
γιατί αυτό που συμβαίνει είναι πολύ σημαντικό για την ανθρωποταπότητα
και η φωνήΤου έμπαινε μέσα στα αυτιάμου και στα ρουθούνιαμου
και στο στόμαμου και γευόμουν τη φωνήΤου και την κατάπινα μαζί με σάλιο και την ένιωθα ζεστή στο στομάχιμου μέχρι που έχασα τις αισθήσειςμου και έτσι -για πολύ λίγο χορτασμένη- έκανα επιτέλους τον πιο ξεκούραστο δεκάλεπτο ύπνο όλης της νύχτας

μέχρι το επόμενο πρωί είχε γίνει ρευστή, βρήκε διέξοδο μέσω των ματιώνμου, επιφέροντάςμου οριστική τυφλότητα
κι αν όλος αυτός ο συγκλονισμός είχε ήχο, κάπως έτσι θα ακουγόταν



Τρίτη

the sound

ξεκινάω από την κορυφή του κρανίουσου
κατεβαίνω αργά και αγγίζω το πτερύγιο του δεξιούσου αυτιού
πρώτα τα αυτιάσου είχα ερωτευτεί
πολύ σύντομα τίποτα πάνωσου δεν τη γλίτωσε
το δάχτυλόμου σαν νυχτοβάτης περπατά αργά-αργά όλη την επιφάνεια
του δεξιούσου αυτιού και ψάχνει την τρύπατου
εκεί μέσα ζουν οι ήχοιμας
επιθυμεί να χωθεί στη τρύπασου
εκεί που φυλάγονται όλοι οι ήχοιμας
διατηρώ τα νύχιαμου πάντοτε κοντά ώστε να μη
θέσω σε κίνδυνο καμιά τρύπαμας
χώνω το δάχτυλόμου στο αυτίσου με απρόσεκτο έρωτα

ο έρωτας πάντα απρόσεκτος είναι
μην ακούς τους ακαύλωτους
και τις τύπισσες που μετρούν από μέσατους μέχρι το δέκα
πριν κάνουν οτιδήποτε
που επίτηδες δεν ξυρίζουν τα μπούτιατους
ώστε να έχουν άλλοθι να μη πηδηχτούν στο πρώτο ραντεβού
μη τυχόν τις χαρακτηρίσουν εύκολες
που αφήνουν να περάσει ώρα πριν απαντήσουν στο μήνυμα
μη τυχόν φανεί ότι περίμεναν όλημέρα
που το κούνημα της ουράςτους δεν το μοιράζονται με κανέναν
μη τυχόν τις χαρακτηρίσουν βλαμμένες
που δεν γαμιούνται όταν έχουν περίοδο γιατί νιώθουν βρώμικες
που πάνω απόλα η αξιοπρέπειάτους

θέλω να πάει όσο πιο βαθιά γίνεται
να νιώσω τη ζέστη και την υγρασία του εγκεφάλουσου
άραγε με θέλεις όσο εγώ εσένα καθαρματένιο αρχίδι
αντιδράς με μια κίνηση προς τα αριστερά
το ξεχώνω και ψηλαφώ κυκλικά τον λοβόσου για ανακούφιση
είναι τρυφερός και απαλός
ανασαίνω στο αυτίσου και η γλώσσαμου
χαϊδεύει τον λοβόσου
χώνω ολόκληρο το αυτί μες στο στόμαμου και ρουφάω
αχόρταγα τις μουσικέςσου όλες
όσες τρύπωσαν καταλάθος όταν ήσουν παιδί
όσες διάλεξες να βάλεις μεγαλώνοντας
όσες σε μάτωσαν και σε διέλυσαν
όσες σε έκαναν να ερωτευτείς και να μισήσεις
και να μαλακιστείς και να μαστουρώσεις
όσες μέφεραν κοντάσου
και ακούω

πλιτς πλιτς από δάκρυα
πλιτς πλιτς από ιδρώτα
πλιτς πλιτς από σάλια
πλιτς πλιτς από χυσίματα
πόρτες που ανοίγουν πόρτες που κλείνουν
βήματα παπουτσωμένα ή ξυπόλητα
στα πλακάκια στον μουσαμά στην άμμο
λέξεις αλήθειες και λέξεις ψέμματα
μοιρασμένες αυταπάτες με ξύλινες καλύβες
και τόξα και βέλη και ελάφια και τζάκια και τριγωνικές
οροφές και ποτάμια και κύματα και λειψές βόλτες στη σαλονικούλαμου
και λάμα και αλπακά και κρι κρι και βουνά που καθρεφτίζονται
σε λίμνες και τσίπουρο με κρίταμο και αλμυρά φιλιά 
και here be dragons και ντεμαράζ και πετροκέρασα
κομμένες ανάσες και κοτόπουλο με χυλοπίτες
και κουραδένιους ποσειδώνες και στροφές με τρίτη και άγχος
και μπουκαλάκι φάντα με τσίπουρο και διπλά χτυπήματα στο καπό για αντίο και απειροαμέτρητοι στεναγμοί
παντού οι ήχοιμας
παντού οι μουσικέςμας
παντού εμείς
πουθενά εγώ
πουθενά εσύ

- είμαι βλαμμένη
- το ξέρω μωρόμου, γι αυτό σαγαπάω
- μα είμαι η πιο βλαμμένη βλαμμένη
- όποιος τολμήσει να σε πειράξει θα του σπάσω το μαλλί



γαμώ την καράφλασου αρχίδι

 

Πέμπτη

Μη

είναι ένα παρτέρι με δυόσμο, μέντα, θυμάρι, αρμπαρόριζα
"ΚΟΨΕΤΕ ΟΣΟ ΘΕΛΕΤΕ ΜΑ ΜΗ ΤΑ ΞΕΡΙΖΩΝΕΤΕ"
είναι ένα κορίτσι με μάτια που δε βλέπουν, χέρια που δεν κρατούν,
πόδια που δεν βαστούν, κρανίο δίχως μνήμες
"ΚΟΨΕΤΕ ΟΣΗ ΜΑΡΙΑ ΘΕΛΕΤΕ ΜΑ ΜΗ ΤΗ ΔΙΑΛΥΕΤΕ"
ρούφηξα τη ζωή από ένα κλωνάρι αρμπαρόριζας 
έκλαψα τα δάκρυα μιας ιτιάς
μεθάω-μεθώ
και 
στροβιλίζομαι


Τρίτη

Ενενήντα[έξη]

η διαδρομή έχει διάρκεια τριών τσιγάρων - με τζούρες βαθιές
οδηγώ και μυρίζω γύρω μου μέλι και γύρη και μπορεί να εξακολουθώ να ανυπομονώ για τη νύχτα μα έχω καταφέρει να μη μ ενοχλεί ο ήλιος, ιδιαίτερα ο ήλιος στα τελευταία του, τις στιγμές εκείνες που τον κυνηγάς στη δύση και αυταπατάσαι πως ο χρόνος διαστέλλεται και όλα τα βιολετί είναι τόσο θεσπέσια κι ας μην έχω αντιληφθεί ποτέ 
πώς μοιάζει η βιολέτα
δε θυμάμαι ποτέ άλλη φορά να ξεκινά το φθινόπωρο κι εγώ να έχω μέσα μου την άνοιξη και τόσο βιολετί και γύρη
με θυμάμαι να περιμένω τον οκτώβρη
πάνε αιώνες που περιμένω τον οκτώβρη
άπειρες νυχτομέρες έχω ξοδέψει για να ονειρεύομαι τον οκτώβρη

μαρία δε πειράζει -μαράκιμου- που δε ζεις τώρα, θα έρθει ο οκτώβρης και θα συμβούν όλα, θα τα ζήσεις όλα, θα τα καταφέρεις 
όλα -μαράκιμου- με ζακέτα όλα είναι πιο εύκολα, τα μανίκια σε προστατεύουν, όχι όλα -μαράκιμου- μόνο εκείνα που καλύπτουν και τα δάχτυλα, με μπότες περπατάς πιο σταθερά, ξυπόλητη δεν έχεις δει καμία προκοπή, μαρία, χρειάζεσαι ζεστασιά γύρω από τον λαιμό, κασκόλ φουλάρι ενοχές σεντόνι ομφάλιο λώρο αγάπη χέρι πόθο μαλλιά ματαίωση, όπως τότε -θυμάσαι;- τυλιγμένη με οτιδήποτε και με μουσική ναι 
πώς θα ήταν εφικτό άλλωστε χωρίς 
θα μπορούσα να οδηγήσω 
μέχρι και ενενήντα πέντε συνεχόμενα χιλιόμετρα -ξανά- χωρίς καμία στάση για ανάσατζούραανάσα

 η θάλασσα με φτύνει, ο ήλιος με πονάει, γίνεσαι αλλεργική στη θαλάσσια χλωρίδα όσο γερνάς -μαράκιμου- το δέρμα μας τσούζει μαρία, τα μάτια τσούζουν κι αυτά, τα πέλματα σκίζονται, η μέση που έχει φτιαχτεί για το ανάσκελα βολεύεται μόνο στο μπρούμυτα
υπάρχει το Βουνό θυμίσου να θυμάσαι

ανάποδη από τη μήτρα μέσα ακόμη 
τυλιγμένη με τον ομφάλιο λώρο 
ακόμη και την ευθύνη να αντικρύσεις τον κόσμο άλλος την φορτώθηκε ήταν ωραία εκεί ήταν ζεστά και υγρά και κλειστοφοβικά και αναπαυτικά και αγκάλιαζες και χάιδευες την μεμβράνη που σε σκότωνε χωρίς να ζητά κανένα απολύτως αντάλλαγμα
ήταν αθόρυβη και διακριτική η μεμβράνη εκείνη 
μα εντέλει σε ξέρασε

μάνα πήρα μέρες από τον δέκατο μήνα μάνα δεν κατάλαβες πως φοβόμουν το έξω χαμπάρι δεν πήρες εγώ ήθελα εκεί μέσα να ενηλικιωθώ 
μέσα εκεί να φοβάμαι ατρόμητη δεν μ' ένιωσες τότε που με περιείχες
μέσα εκεί να ΜΗΝ παίρνω ευθύνες
 ήταν ζεστά και ασφαλή τίποτε δεν κατάλαβες μάνα μου
δεν πειράζει -αλήθεια- δεν πειράζει



σου υπόσχομαι να γίνουν ενενηνταέξη
-μαράκιμου-
θα γίνουν
θα γίνουν
πίστεψε
θα γίνεις





Σάββατο

Night Toys.

γιατί μένεις εκεί;
δεν έχω πού να πάω
πουθενά δεν έχεις πάει
φοβάμαι να επιστρέφω
τί περιμένεις;
την στιγμιαία ταλάντωση
μέχρι πότε;
μέχρι να παραλληλιστούν
ποια; τι;
το παραμύθι με την ιστορία
δεν είναι αλήθεια
ούτε ψέμματα
βγες από τους τέσσερις τοίχους!
και πού θα χτυπάω το κεφάλι μου
πες μου τί συμβαίνει
πλησιάζουμε
πού;
στο να απομακρυνθούμε
δεν σε καταλαβαίνω
στέλνω λινκ



Παρασκευή

Τρίτη

Είμαι εγώ.

όχι όχι παυσίπονο και αντιβίωση
θα ήθελα καφέ, παρακαλώ, και μια τυρόπιτα
δεν αστειεύομαι, μη με κοιτάζετε απορημένη, θέλω μόνο να ξανανιώσω άνθρωπος για μια μέρα
και βέβαια ντρέπομαι που είμαι έτσι ντυμένη μα η ρόμπα που μου φορέσατε είναι επίτηδες διάφανη
είναι επίτηδες φθηνή και χάρτινη για να σκίζεται 
χωρίς τύψεις και δύναμη
και να μη μπορώ να την πάρω σπίτι
να μη θέλω να την πάρω σπίτι
ούτε εμένα θέλω να πάρω σπίτι
μπορώ να με αφήσω εδώ;
εδώ, στην αίθουσα της ανάνηψης
φυσικά μαζί με το δέρμα μου
χρειάζομαι χρόνο για να επανέλθω
χρειάζεται χρόνος για να διακοπεί η αναισθησία και να επανέλθει η ευαισθησία
χωρίς όνειρα στο μεταξύ
μόνο έμπνευση
η επόμενη σχεδιαστική απόπειρα θα αφορά γυμνές γυναικείες φιγούρες που θα βρίσκονται σε άβολη θέση
ναι από μόνες τους
όχι κανείς δεν τις πίεσε, ποτέ
δεν ξέρει κανείς αν έτσι γεννήθηκαν ή αναγκάστηκαν να αισθάνονται άβολα για να αφήνουν χώρο να προσαρμόζονται 
και να νιώθουν άνετα. οι άλλοι.
ασπρόμαυρες, μολύβι, γόμα και κάρβουνο 
όλα καλά, γιατρέ, αλλά είχαμε κάνει μια συμφωνία
να μην επιτρέψετε να συμβεί η μετάβαση τόσο σύντομα
μου το είχατε υποσχεθεί, γιατρέ, μια μέρα αναισθησίας και ανεμελιάς
ναι, σας είμαι ευγνώμων, μα δεν σας χρωστώ τίποτε διότι
η ζωή μου παραμένει ίδια ακόμη και χωρίς αυτό το πράγμα που γέμιζε πύο και λάσπη και πρασινοκαφέ πέτρες
την κενότητα την ένιωθα και πριν
δεν έχει αλλάξει τίποτε και όχι, δεν είναι καθόλου νωρίς
σε λίγες μέρες έχω γενέθλια και θα ήθελα να μπορώ να πιω γιατί πεθαίνω γιατρέ, πεθαίνω από νηφαλιότητα
ναι, είμαι εγώ με το χρυσό βραχιόλι και τις δύο πρασινοκαφέ πέτρες που μοιάζουν με άσχημα μοσχοκάρυδα
που αντί να είναι μέσα μου τις κρατούσα στα χέρια μου σαν στολίδια
 και τις έβαλα στην βιβλιοθήκη δίπλα στον στρατό από τις ματριόσκες 
εγώ, που μακραίνω τα μαλλιά μου για να αυτοδένομαι, εγώ που δεν μπορώ ν' ακούσω ματζόρε, κι όλοι με ρωτάνε γιατί ακούω τόσο τρομακτικές μουσικές και γιατί με συγκινούν τόσο θλιβερές εικόνες και δεν ξέρουν για τί ακριβώς τους μιλάω όταν τους λέω πως αφήνω αναμμένο φωτάκι στο χολ τις νύχτες για να μην τρομάζω
ότι ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι να 
μετακομίσω σ' ένα σπίτι δίχως χολ
 είμαι εγώ, με την έντονη καμάρα στο πέλμα και τ' αυτιά που είναι τόσο μικρά που δεν μπορούν να κρατήσουν καν τα μαλλιά μου στη θέση τους
εγώ που σας φανέρωσα τα πιο κρυφά τρίτα μου, τα δύο τρίτα μου
έχω κι άλλο ένα, νομίζω, το έφτιαξα και το διατηρώ για τους πολλούς
εγώ φτιάχτηκα για να κοιμάμαι μπρούμυτα και να μην αντέχω τις νύχτες στους νοσοκομειακούς θαλάμους 
φτιάχτηκα για να κοιμάμαι μπρούμυτα ώστε να 
μη μ' ενοχλεί το φως της μέρας
φτιάχτηκα για τις νύχτες, γιατρέ,  το καλό που σας θέλω να μου μεταμοσχεύσετε μια ψυχοσύνθεση που θα υποφέρει την νηφαλιότητα ή ένα συκώτι που θα αντέχει την μεθυσμενότητα
μέχρι τότε θα περιμένω στην αίθουσα της ανάνηψης ακούγοντας αυτό



Παρασκευή

Ολοκληρωτική ανικανότητα.


αυτό απαντά σε όσους καμώνονται ότι ενδιαφέρονται 
και ρωτούν τί την χαρακτηρίζει
ψέμα
έχει την ικανότητα να μακραίνει τα μαλλιά της
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ
ακαριαία
ο μόνος που το έχει αποδεχτεί είναι ο Λαιμός της
συνεννοηθήκαμε;

Δευτέρα

αυτοάνοση.

η γιαγιά μου χάρισε το χρυσό βραχιόλι των αρραβώνων της
εγώ το δέχτηκα αγνοώντας τον εκβιασμό και την προσδοκία που κρύβει ένα δώρο σαν κι αυτό
δέχτηκα μαζί και τις ιστορίες που κουβαλάει πενήντα χρόνια
-όχι ότι θα επαναπαυτώ σ' αυτές-
το χρυσό βραχιόλι που έχει πάρει το σχήμα από το σημείο εκείνο της γιαγιάς το τόσο θηλυκό που βρίσκεται ανάμεσα στον καρπό και τον βραχίονα ταιριάζει τόσο με το μαυρισμένο μου δέρμα μα εγώ δεν ταιριάζω με όλη αυτή την ομορφιά κι έτσι γίνομαι αυτοάνοση και δεν θέλω πια να έχω δέρμα και το παρατάω από δω κι από κει σκορπίζοντας ξωπίσω μου δέρμα και μαρία
μου συνέβη κάτι παρόμοιο όταν ήμουν 9 πολύ πριν γίνω χίμαιρα* κι από τότε έχω αποκτήσει ένα παραμερισμένο δόντι που δεν το αγάπησαν τα υπόλοιπα δεν το αποδέχτηκαν ούτε για μια νύχτα και από το αριστερό προφίλ χαμογελάω σαν γυναίκα ενώ από το δεξί σαν κοριτσάκι
από την άλλη θα μπορούσα να ζωγραφίσω μια όμορφη πινακίδα μ' ένα πολύχρωμο -καθόλου αυστηρό- ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ ώστε να μη σκαρφιστώ όλο αυτό και βάλω το ανοσοποιητικό μου σε μπελάδες 
ούτε το κορμί μου ν' αλλάξει σχήμα
ίσως πρέπει να το φυλάξω σε αποστειρωμένα βαζάκια το παραμερισμένο δέρμα ή να φτιάχνω συνθέσεις ανάλογα με το χρώμα που παίρνει κάθε εποχή δεν μπορώ να είμαι σίγουρη για το πότε θα θελήσω να γίνω απαλή ξανά κι έχω διαπιστώσει πως δεν αρκεί ένα απαλό πανέμορφο συκώτι ή ένας απαλός γκρίζος 
πνεύμονας οι άνθρωποι αρέσκονται στους απαλούς αγκώνες και τα μυτερά καλοσχηματισμένα γόνατα και τα απαλά μουνιά θα το φυλάξω λοιπόν γιατί κάποτε τ' ακροδάχτυλά μου ίσως χάσουν την αίσθησή τους και κάποτε ίσως ξεθωριάσουν τα χρώματα από το 
ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ
και γίνει τρομακτικό 
σκέφτομαι πως ό,τι και να γίνει εγώ ποτέ
δεν θα πάψω να 
χρειάζομαι λόγο ύπαρξης 
άλλοθι
το χρυσό βραχιόλι της γιαγιάς


*Ο όρος «Χίμαιρα» χρησιμοποιείται σήμερα για να περιγράψει όντα ή αντικείμενα που δημιουργήθηκαν από το συνδυασμό ετερόκλητων στοιχείων. Για παράδειγμα, στη Γενετική περιγράφει ζωντανούς οργανισμούς που έχουν περισσότερους από έναν Γενετικούς κώδικες, ή κύτταρα από περισσότερους από έναν οργανισμούς

Fuck you very much.

Το δωμάτιο ήταν τριγωνικό. 
Ερμητικά κλειστό, χωρίς πόρτα ή κάποιο παράθυρο.
Δεν υπήρχε κάποια ένδειξη που να μαρτυρά την παρουσία ζωής εντός του. Ούτε την απουσία.

Είχε πια συνηθίσει την απόλυτη ησυχία, την απομόνωση και το σκοτάδι. Και οι σιωπές ακόμη δεν την τρόμαζαν.
Είχε καταφέρει επιτέλους να γίνει η εκείνη με τα χέρια της, η εκείνη με τα πόδια της, ψιθύριζε τα μυστικά της στα γόνατά της, τραγουδούσε στις παλάμες της και με τους μυτερούς αγκώνες της παίζανε κρυφτό.
Έπλεκε τα μακρυά μαλλιά της, και τα τύλιγε σφιχτά γύρω από τον λαιμό, φροντίζοντας πάντοτε οι τούφες στο τελείωμά τους να βρίσκονται κοντά στο πρόσωπο, για να χαϊδεύει μ' αυτές τις βλεφαρίδες της, ή τα χείλη, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο, να εξισορροπήσει την άβολη αίσθηση του πνιγμού.
Ξάπλωνε ανάσκελα σφίγγοντας και χαλαρώνοντας γι' αμέτρητες φορές τους μύες της πλάτης, μέχρι να νιώσει το ψυχρό πάτωμα σε κάθε εκατοστό της.
Όταν ένιωθε πλήξη, ψηλάφιζε ένα ένα τα κόκαλα του κορμιού της, προσπαθώντας να τ' απαριθμήσει, μα όταν έφταινε στην λεκάνη, στους αστραγάλους, στην κλείδα άλλες φορές, τα μάτια της έλαμπαν ξαφνικά, έστρεφε το κεφάλι ψηλά τεντώνοντας τον λαιμό, και γελούσε δυνατά με κοριτσίστικη χαρά, ξεχνώντας πάντοτε σε ποιο νούμερο βρισκόταν.
Άλλες φορές έγραφε ποιήματα και στίχους πάνω στο στομάχι της ή ζωγράφιζε φιγούρες κάνοντάς τις να χορεύουν στον ρυθμό της ανάσας της, σφίγγοντας τους μύες της κοιλιάς της. 

Με τα νύχια της χάραζε σχήματα και σύμβολα στους μηρούς της, έπειτα με τ' ακροδάχτυλά της χάιδευε το φουσκωμένο δέρμα και στοιχημάτιζε με τον χρόνο για τη διάρκειά τους. Το σύμβολο του απείρου ήταν το αγαπημένο της, το να παρακολουθεί να εξαφανίζεται σταδιακά, της έδινε τεράστια ικανοποίηση και ισχύ, την γοήτευαν τέτοιου είδους ασήμαντες ειρωνίες.

Αγνοούσε οποιαδήποτε μορφή ζωής εκτός του δωματίου, ο κόσμος γι' αυτή βρισκόταν στην κατάσταση υπέρθεσης.
Ο κόσμος για εκείνη ήταν νεκροζώντανος.


*ξανά

Παρασκευή

I am inhabited by a cry.


τα δάκρυα χαράς στην πραγματικότητα είναι αγωνία. 
για το πότε θα ευτυχίσω ξανά.
νοσταλγία.
για όλες τις περασμένες ευτυχισμένες στιγμές μου.
θρήνος για όσα αντίο τους ψιθύρισα.
ικανοποίηση επειδή πρόλαβα.

Δευτέρα

πΑγωνία.

θόρυβος, πολύς θόρυβος, στο αυτοκίνητο, μ ενοχλεί αυτή η μουσική, δεν είναι μουσική, τ' αυτιά μου πονάνε, οι ήχοι του αυτοκινήτου, ο κινητήρας βουίζει, τα λάστιχα πάνω στην καυτή άσφαλτο, οι μουσικές, οι μουσικές, χαμήλωσέ το, οι προστατευτικές μπάρες με στενεύουν, πού είναι η προστασία σας παλιοσίδερα, ΧΑΜΗΛΩΣΕ ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, πουλιά μην πετάτε, κάνετε θόρυβο, τ' αυτιά μου πονάνε, μυρίζω αίμα και κρυώνω, υποφέρω με τόσους ήχους, γη μη γυρίζεις τόσο γρήγορα και ηχηρά, πού βρίσκεις τόσες λέξεις, μπάρες προστατεύστε με, παγώνω, φλέβες μη χτυπάτε σε σημεία που δεν σας έχω συνηθίσει, ΚΛΕΙΣΕ ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΣΒΗΣΕ ΤΟΝ ΚΙΝΗΤΗΡΑ, ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΤΟΥΣ ΠΛΑΝΗΤΕΣ, ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ήλιε μη με καις, δεν αντέχω ν' ακούω τον ήλιο να με καίει, ράμπες μη στενεύετε σας φοβάμαι κι έχει θόρυβο, το σύμπαν κάνει θόρυβο, ο πάγος που λιώνει τρυπάει τ' αυτιά μου, χρειάζομαι ησυχία και πάγο, ΜΗ ΛΙΩΝΕΙΣ ΜΗ Μ' ΑΦΗΝΕΙΣ ΜΟΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΓΗ ΠΟΥ ΓΥΡΙΖΕΙ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΜΟΥ, ΒΓΑΛΕ ΤΙΣ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ, εγώ στη θάλασσα θέλω, στη θάλασσα θα πάω, μόνο τα κύματα, μόνο το νερό μπορώ, κι εσένα, πάγε καταλήγεις στη θάλασσά μου, κύματα-μουσικές μου, χωρίς μπάρες προστασίας, ούτε αριστερά ούτε δεξιά, δεν στενεύομαι, δεν με πονάνε οι παλμοί μου, γη σ' αγαπώ γιατί έχεις πάντα λίγη θάλασσα, περπάτησε κοντά μου, μόνο εσένα αφού, όχι όχι πέτα, όχι όχι να συρθείς, όχι μείνε εκεί και κοίτα με, χορεύω την αγωνία μου, κλαίω την παγωνιά μου, τελειώνει η μπαταρία μου, είμαι κουρασμένη, έλα να ξαπλώσουμε και πάρε τα ρίγη, έλα να ξαπλώσεις στη θάλασσά μου και θα σου επιστρέψω την ακτή σου,θα σου χαρίσω τις ακτές σου είπα, 
ήσυχα ήσυχ

Τετάρτη

Gone.


παρόλο που το είχα βοηθήσει ήδη να επιστρέψει, καθαρά από τύψεις κι αφού είχα αντιμετωπίσει ηθικό δίλημμα, κάθε τόσο γυρνούσα πίσω και το έψαχνα, ο νους μου ήταν σ' αυτό, να δω αν αναπνέει ακόμη κι αν μ' έχει συγχωρέσει. πρέπει να θυμάμαι να μη το ξεχάσω. να θυμάμαι. ξεχνάω να θυμάμαι.

Love more.


- πόσο;

στην προσπάθειά μου ν' αναγνωρίσω τη λέξη, σαν να είχα να τη δω χρόνια, κι ας τη προφέρω τόσο συχνά, 
έμεινα να κοιτάζω τα όμικρον, δύο τέλειους κύκλους σε μια μικρούλα λέξη, να μου θυμίζουν πόσο ατελείς είμαστε, 
δυο ατελείς τελείες.
υπάρχουμε οριστικά.
πολύ, λοιπόν.

Τρίτη

The Kursk.




κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι αισθάνομαι ότι παλεύω με κύματα.
βάζω όλη μου τη δύναμη για να βγάλω το κεφάλι μου στην επιφάνεια, για να πάρω μία μόνο ανάσα που θα είναι αρκετή ώστε να βυθιστώ ξανά.
γιατί το ξέρω πως έτσι θα γίνει.
αισθάνομαι την πυκνότητα και τον υδάτινο όγκο,
την πίεση στο δέρμα μου, τις αντιστάσεις μου.
παγώνω και φοβάμαι.
όμως κάθε επαφή με το φως, μοιάζει με μαστίγωμα και το μόνο που θέλω είναι να βυθιστώ ξανά για να σωθώ.
ευθραυστότητα.
η ζωή μου όλη κι ο θάνατός μου παγιδεύτηκαν σ' ένα τραγούδι.
αναδύομαι μόνο για να κραυγάσω την ματαιότητα.
το κορμί μου πονά, οι μύες μου παραιτούνται.
κουράζομαι.
καταβυθίζομαι.
μέθη και άπνοια.

να τον αναζητήσετε τον Matt Elliott