Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Chimaer/art. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Chimaer/art. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή

My whole sky craves an island of tenderness

My ear attends to you,

as a mother hears in her sleep.

To a feverish child, she whispers

as I bend over you.

At the skin, my blood calls out to

your heart, my whole sky craves

an island of tenderness.

My rivers tilt towards you.

And I am drawn downwards

as stairs slope into a garden,

or some willow’s bough falls

straight down, away from the milestone.

Stars are pulled to the earth

and laurels on graves won

with suffering, attract banners.

An owl longs for a hollow.

And I lean down

towards you with muscle and wing,

as if to a grave stone,

(I put the years to sleep)

my lips seek yours like spring.


Σάββατο

an eternal suspension within me




I imagine a line, a red line 
painted on the sand and on the ocean 
from me to you*






έπεσε σόδα με λάιμ και άφριζε πάνω στο στήθος μόλις ολοκλήρωσα και το κόκκινο νήμα

τόσο


τόσο





δεν είμαι καλά




 

Κυριακή

The Final Sacrifice


Oh -----
Oh -----
You're my only god.
Oh -----
Oh -----
You're my only firl.
I follow you now.
I'll follow you down
To a dirty black room
Where the air is gone.
I'll lie down on the table
And I'll wait for you
To step inside me now.
Step inside me now.
Come on
Come on in.
Oh ----- -----,
You're my only
My only God.
If I drink your blood
I will be like you.

Πέμπτη

σε χύνω πάνω στη γη και τη σβήνω


για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω
το απόγεμα είπες
τριάντα χρόνια σε περίμενα
κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»
μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης
καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου
το σώμα είναι χώμα
διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα
πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα
θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό, τι θέλει ας γενεί
στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια
τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα
ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες
πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω
έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου
πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα
θα’ θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου
μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου
αλλού πάλι να’ χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω
θα’ σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου’ χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά
και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα’ θελα τότε οι κουβέντες μου να’ ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά
θα’ θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών
θα’ θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων
θα’ θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν
θα’ θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο»
θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο
θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις
να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες
να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα
μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε
θα' θελα μα πόσο θα' θελα ναι θα' θελα αμέσως τώρα τώρα
θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως
έμαθα στο Παρίσι
εσένα σ' έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ' έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ' ωρίμασε η θάλασσα
σ' ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m' abysses
tu m' oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ' έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ' έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ' έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα
α μ' αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ' τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό-
γραμμά σου
tu m' es Mallarmé Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t'ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ' έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ' έχω άρωμα έρωτα
σ' έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-
λούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m' accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν
έτσι που το' χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου
ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα' χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ









Σάββατο

αχάιδευτη

αν δεν μας έχει αγγίξει κάποιος για διάστημα 
περίπου δύο αιώνων
αποκτούμε κάποιο είδος παρθενίας 
και στο πρώτο δερματένιο άγγιγμα πονάμε ξανά;

[τα χάδια των πινέλων στον καμβά που τα νιώθω
στο πετσίμου τόσο καιρό μετράνε;
η επαφή του σώματος με τα σκεπάσματα ή όταν πλένομαι μετράει;
τα χάδια στη σούζαμου μετράνε;
το άγγιγμα των τοίχων όταν διασχίζω το χολ μετράει;
οι χιονονιφάδες που ακούμπησαν στα μαλλιάμου 
αυτές -έστω- μετράνε;]

όχι μαρία, το δερματένιο άγγιγμα δεν πονάει τη στιγμή
που το αισθάνεσαι, μα κάθε φορά που το θυμάσαι



https://www.youtube.com/watch?v=v4vrr_HWcvw



Τρίτη

it was no dream



Εγώ για την αγάπη σου θα φτιάσω ένα φουστάνι,
φουστάνι από αγκαθιά, από κορμό του βάτου,
θα βάλω και στον κόρφο μου οχιά την πλουμισμένη.
Να με τρουπάει η αγκαθιά, να με τραβάει το βάτο,
να με δαγκώνει η οχιά κι εσένα να θυμάμαι.



And now it's eight years
Since I last saw you
And all the starlight
Is now as nothing
The letters all burned
The kisses complete
And all the coupling
Long forgotten
And you long dead
Damned or forgiven
https://youtu.be/FpLAOQYFcSY


Πέμπτη

μέσαμου




ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΝΕΒΗ Η ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΚΗΝΗ:
στεκόμασταν στο πίσω παράθυρο και κοι-
τάζαμε την πάνω πόλη και δεν μιλούσαμε.
Ξαφνικά ο Πεισίστρατος είπε αλλάζοντας
τη φωνή του κι ήταν σαν να μπήκε ξαφ-
νικά ένας ξένος στο δωμάτιο και είπε:
Εδιζησάμην εμεωυτόν.
Στράφηκε και μ' αγκάλιασε με βία και
μου είπε λαχανιάζοντας , με κλειστά μάτια.
- Δε μπορείς να καταλάβεις, σ' αγαπώ.
Αγαπώ εσένα και τον θάνατο. Σε μπερ-
δεύω με τον θάνατο, δε ξέρω γιατί. Όμως
μπορεί να μην είναι ο θάνατος ο ίδιος, να
είναι μονάχα μια προσδοκία ταξιδιού μαζί
σου. Μπορεί κι εσύ να μην είσαι ο ίδιος: σ'
έχω ξαναπλάσει, είσαι πλάσμα μου, σε κά-
νω ό,τι θέλω, είσαι όλος στοργή και κατά-
φαση. Κάθομαι κι ονειρεύομαι ολόκληρες
ώρες εμάς τους δυο - κι αυτή τη προσδοκία
που σου λέω. Καμμιά φορά μου φαίνεται
σαν θάνατος.Είναι μια μουσική που όσο
πάει δυναμώνει, σε ξεκουφαίνει κι ύστερα
σταματάει απότομα.
Άνοιξε τα μάτια του, ένα πελώριο σε-
λάγισμα φώτισε τις σκοτεινές του κόγχες.
Ανάσαινε γρήγορα κι άργησε να συνεχίσει
- αυτή τη φορά ο τόνος του ήταν άγριος.
- Εσένα σε μισώ. Εσένα που με κοιτάζεις έκ-
πληχτα. Και ξένα. Και ξένα.
Ξεμάκρυνε από κοντά μου.
- Τί φαντάζεσαι πως θέλω να πω; ρώτησε
με ειρωνεία.
- Δεν ξέρω.
Χαμογέλασε με δυσκολία και απάγγειλε.
- Μακρυά, μέσα σε σκιές, υπάρχει μια παρθένα
οδός ,που περιμένει το ίχνος μου.
Η ματιά του είχε μια παράκληση που γρήγορα
άλλαξε κι έγινε θλίψη.

- Δεν είμαι καλά, είπε.








Κυριακή

(όχι) δικό της


Σ' όλες τις πράξεις γύρευε τον εαυτό της
κανείς δεν έπρεπε να της έχει εμπιστοσύνη

Σώζεται η αρχή απ’ τους μηρούς
σε άτονο γαλάζιο
τμήμα ποδιού ακόσμητο προς τα αριστερά
και τμήμα απολήξεως φορέματος


Στο δέρμα διακρίνονται γραμμές
κυρίως οξυκόρυφες

Ο χώρος του λαιμού διακόπτεται
απ’ τον αριστερό βραχίονα
που φέρεται προς τα επάνω
ενώ μονάχα το δεξί στήθος δηλώνεται
με ελαφρά καμπύλωση

Από το κάτω μέρος του προσώπου
λείπει το μεγαλύτερο κομμάτι

Κόκκινα τρίγωνα ή τόξα
σ’ όλο το άσπρο του βολβού

Σώζεται επίσης η κορδέλα των μαλλιών
και η στροφή του σώματος
που ασφαλώς προϋποθέτει
ανάλογες κινήσεις των χεριών

Λείπει το έδαφος του έρωτα

Η Μαρία μέσα στον καθρέφτη 
ολόσωμη 
στρώνει το φόρεμά της στο λαιμό
Δεν έχει σημασία τώρα πού ξαπλώνει το κορμί της 
αν έγινε σημύδα ή χορτάρι 
η Μαρία μέσα στον καθρέφτη 
στρώνει το φόρεμά της στο λαιμό

Τριμμένο με νερό και στάχτη παρελθόν
Η Μαρία γελάει
γυρίζει και ξαναπαίρνει τη θέση της

Αντικριστά ο ίασπις κι ο ίασμος

Δεν είναι εδώ, ούτε άλλοτε, άλλοτε ήταν
ο έρωτας είναι αλλού
και μόνη της, δεν ήταν ποτέ

Καθώς μεγαλώνει
αναχωρεί με περισσότερη άνεση
Ίσως και κάποια έλξη

Δεν έχει τίποτα να πει
πιάνεται μόνο και κοιτάζεται
Και θέλει

Στρώνει ένα κρεβάτι άδειο
ήσυχα μελετάει την απόφασή της μέσα στο φως

Επειδή απόψε περνούσε με άμαξα μπροστά στο καλοκαίρι
κι ένιωθε την ανάγκη να ξεχάσει πως στα όνειρά της
ήταν πάντα ένα δέντρο 
ένα απ' τα πολλά
γεμάτη δάκρυα και τώρα επιστρέφει

Την επόμενη φορά
θα μπορούσα να μιλήσω με κάποιον και ν' αγαπήσω
Αν χρειαστεί

Λοιπόν, η Μαρία
όταν κανείς δεν τη προσέχει
τακτοποιεί τα χέρια της

Μαρία Λαϊνά, Αποσπάσματα από τη Συλλογή "Δικό της"

Δευτέρα

That, my dear, is love




τον τελευταίο καιρό καταπιάνομαι με μια σειρά από σκίτσα, που
εύχομαι να καταφέρνουν να αναδεικνύουν την δυνατότητα, την ικανότητα και την πιθανότητα ν' αγαπούμε
με πολλούς, διαφορετικούς τρόπους

I carry a heaviness like a mountain