Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Italo Calvino. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Italo Calvino. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη

Η παράταιρη παντόφλα.

Σ' ένα ταξίδι του σε κάποια χώρα της Ανατολής, ο κύριος Πάλομαρ αγόρασε στο παζάρι ένα ζευγάρι παντόφλες. Όταν γύρισε στο σπίτι, προσπάθησε να τις φορέσει: αμέσως συνειδητοποιεί ότι η μία παντόφλα είναι πιο μεγάλη από την άλλη και γλιστρά από το πόδι του.
Θυμάται το γέρο πωλητή καθισμένο ανακούρκουδα σε μια γωνιά του παζαριού, μπροστά σ' ένα σωρό από παντόφλες όλων των διαστάσεων, ριγμένες ανάκατα. Τον βλέπει να ψάχνει στο σωρό για να βρει μια παντόφλα κατάλληλη για το πόδι του, τον βλέπει να τον βάζει να τη δοκιμάσει, κι ύστερα να ξαναρχίζει να ψάχνει, και τέλος να του παραδίδει το υποτιθέμενο ταίρι της, ταίρι που ο ίδιος παραλαμβάνει χωρίς να δοκιμάσει.

"Ίσως τώρα - σκέφτεται ο κύριος Πάλομαρ- κάποιος άλλος άντρας να περπατά σ' εκείνη τη χώρα με δυο αταίριαστες παντόφλες." 
Και βλέπει μια αδύνατη σκιά να διασχίζει την έρημα κουτσαίνοντας, με μια παντόφλα που σε κάθε βήμα του γλιστράει από το πόδι, ή είναι πολύ στενή ώστε να του σφίγγει τη φυλακισμένη του πατούσα.
"Ίσως κι εκείνος τούτη τη στιγμή να σκέφτεται εμένα, ίσως να ελπίζει πως θα με συναντήσει για ν' ανταλλάξουμε τις παντόφλες μας. Η σχέση που μας συνδέει είναι πιο καθαρή και συγκεκριμένη από χιλιάδες άλλες σχέσεις που συνδέουν τα ανθρώπινα πλάσματα. Κι όμως δε θα συναντηθούμε ποτέ". Αποφασίζει να συνεχίσει να φορά αυτές τις αταίριαστες παντόφλες από αλληλεγγύη σ' αυτόν τον άγνωστο σύντροφο της κοινής ατυχίας, για να κρατήσει ζωντανή αυτήν την τόσο σπάνια αίσθηση συμπληρωματικότητας, αυτή την αντανάκλαση των κουτσών βημάτων από τη μια ήπειρο στην άλλη.

[...]

Ίσως ο άγνωστος σύντροφος να κούτσαινε σε μια άλλη εποχή. Ίσως η ασυμμετρία των βημάτων τους να έχει την αντιστοιχία της όχι μόνο στην απόσταση που χωρίζει τη μια ήπειρο από την άλλη, αλλά και σε μια απόσταση αιώνων. Αυτό όμως δεν κάνει τον κύριο Πάλομαρ να νιώθει λιγότερη αλληλεγγύη γι' αυτόν. Συνεχίζει να σέρνει τα πόδια του με δυσκολία για ν' ανακουφίσει τη σκιά του.


Παρασκευή

Πώς μαθαίνει κανείς να είναι νεκρός.



Ο κύριος Πάλομαρ αποφασίζει ότι από 'δω και πέρα θα ζει σαν να είναι νεκρός, για να δει πώς θα πάει ο κόσμος χωρίς αυτόν.

Εδώ και λίγο καιρό συνειδητοποίησε ότι ανάμεσα σ' αυτόν και στον κόσμο τα πράγματα δεν πάνε όπως πριν 
- αν πρώτα του φαινόταν πως αυτός και ο κόσμος περίμεναν κάτι ο ένας από τον άλλο, 
τώρα δε θυμάται πια τί -καλό ή κακό- περίμενε, ούτε γιατί αυτή η αναμονή τον κρατούσε σε ένα συνεχές άγχος.

Με λίγα λόγια, να είσαι νεκρός είναι λιγότερο εύκολο απ΄ ό,τι μπορεί να φανεί.

Και πρώτα πρώτα κανείς δεν πρέπει να μπερδεύει την κατάσταση του να είσαι νεκρός με την κατάσταση του να μην υπάρχεις,
κατάσταση που περιλαμβάνει ακόμη και την αχανή έκταση του χρόνου που προηγείται της γέννησης, 
και που μονάχα φαινομενικά είναι συμμετρική με την εξίσου αχανή έκταση που ακολουθεί το θάνατο.

Πράγματι, πριν να γεννηθούμε αποτελούμε τμήμα των αμέτρητων δυνατοτήτων που θα τύχει ή δεν θα τύχει να πραγματωθούν,
ενώ όταν πεθάνουμε δεν μπορούμε πια να αυτοπραγματωθούμε ούτε στο παρελθόν 
(στο οποίο ανήκουμε πλέον αποκλειστικά αλλά πάνω στο οποίο δεν μπορούμε πια να επιδράσουμε)
ούτε στο μέλλον (το οποίο, παρ΄ ότι έχει επηρεαστεί από μας, μας είναι απαγορευμένο).

Η περίπτωση του κυρίου Πάλομαρ είναι στην πραγματικότητα πιο απλή, αφού η ικανότητά του να επιδρά σε κάτι ή κάποιον, ήταν πάντα αμφίβολη.

Ο κόσμος μπορεί θαυμάσια να ζήσει και χωρίς την παρουσία του, 
και ο ίδιος μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του νεκρό με όλη του την άνεση και μάλιστα χωρίς ν' αλλάξει καμιά από τις συνήθειές του.
Το πρόβλημα είναι η αλλαγή όχι αυτών που κάνει αλλά αυτού που είναι, και ακριβέστερα αυτού που εκείνος είναι σε σχέση με τον κόσμο.
Πριν, όταν έλεγε "κόσμος" εννοούσε τον κόσμο συν τον εαυτό του. Τώρα πρόκειται για τον εαυτό του συν τον κόσμο μείον τον εαυτό του.

Μήπως όμως ο κόσμος μείον τον εαυτό του πάει να πει το τέλος της αγωνίας;
Είναι, δηλαδή, ένας κόσμος στον οποίον τα πράγματα συμβαίνουν ανεξάρτητα από την παρουσία και τις αντιδράσεις του, 
ακολουθώντας ένα δικό τους νόμο ή ανάγκη ή λογική που δεν αφορά τον ίδιο;

Η ανακούφιση του να είσαι νεκρός θα πρέπει να σημαίνει και αυτό:
αφού εκείνη η κηλίδα ανησυχίας που είναι η παρουσία μας, έχει εξαλειφθεί, 
το μόνο πράγμα που μετράει είναι η εξέλιξη και η διαδοχή των πραγμάτων κάτω από τον ήλιο, στην απαθή τους γαλήνη.
Τα πάντα είναι ηρεμία ή τείνουν προς την ηρεμία, ακόμα και οι τυφώνες, οι σεισμοί, οι εκρήξεις των ηφαιστείων.
Αυτός όμως δεν ήταν ο κόσμος όταν κι εκείνος ήταν εκεί;
Τότε που η κάθε καταιγίδα έφερνε μαζί της την ειρήνη του μετέπειτα και προετοίμαζε τη στιγμή που 
όλα τα κύματα θα χτυπούσαν στην ακτή και ο άνεμος θα εξαντλούσε τη δύναμή του;
Ίσως το να είσαι νεκρός σημαίνει πως περνάς στον ωκεανό των κυμάτων που μένουν για πάντα κύματα, 
άρα δεν έχει νόημα να περιμένεις να καλμάρει η θάλασσα.

Το βλέμμα των νεκρών έχει πάντα την τάση να εξορκίζει.
Τόποι, καταστάσεις, ευκαιρίες είναι συνήθως ίδια με αυτά που κάποιος ήδη γνώριζε, και πάντα νιώθεις ικανοποίηση
όταν μπορείς και τα αναγνωρίζεις.

...το να είσαι νεκρός σημαίνει ότι συνηθίζεις στην απογοήτευση να ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου 
σε μια οριστική κατάσταση που δεν έχει πια ελπίδες ν' αλλάξει.

Ο Πάλομαρ δεν υποτιμά τα πλεονεκτήματα που έχουν οι ζωντανοί σε σχέση με τους νεκρούς, όχι όσον αφορά το μέλλον, 
όπου οι κίνδυνοι είναι πάντα πολύ μεγάλοι και οι ωφέλειες βραχυπρόθεσμες, 
αλλά όσον αφορά τη δυνατότητα βελτίωσης της μορφής του παρελθόντος.

Η ζωή ενός ατόμου συγκροτείται από ένα σύνολο γεγονότων, 
από τα οποία το τελευταίο θα μπορούσε και ν' αλλάξει την όλη εικόνα του συνόλου, 
κι αυτό όχι γιατί μετρά περισσότερο από τα προηγούμενα αλλά γιατί τα γεγονότα εισβάλλουν σε μια ζωή 
σύμφωνα με μια σειρά που δεν είναι χρονολογική αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις μιας εσωτερικής αρχιτεκτονικής.

Κάποιος για παράδειγμα, διαβάζει σε ώριμη ηλικία ένα σημαντικό γι' αυτόν βιβλίο που τον κάνει ν' αναφωνήσει:
"Πώς μπορούσα και ζούσα χωρίς να το έχω διαβάσει;" όπως επίσης "Τι κρίμα που δεν το διάβασα όταν ήμουν νέος!".
Αυτές οι δηλώσεις, όμως, δεν έχουν νόημα, ιδιαίτερα η δεύτερη, αφού από τη στιγμή που το ίδιο αυτό άτομο διάβασε εκείνο το βιβλίο, 
η ζωή του γίνεται η ζωή κάποιου που διάβασε εκείνο το βιβλίο, αν και δεν έχει καμία σημασία αν το διάβασε νωρίς ή αργά, 
γιατί και η ζωή που προηγείται της ανάγνωσης τώρα αποκτά μια μορφή που σφραγίζεται από αυτή την ανάγνωση.

Αυτό είναι το πιο δύσκολο βήμα για όποιον θέλει να μάθει να είναι νεκρός:
να πειστεί ότι η ζωή του είναι ένα κλειστό σύνολο, στραμμένο ολόκληρο προς το παρελθόν,
στο οποίο κανείς δεν μπορεί να προσθέσει τίποτα, ούτε να εισαγάγει αλλαγές προοπτικής στη σχέση των διαφόρων στοιχείων.
Βέβαια, όσοι συνεχίζουν να ζουν, μπορούν -στη βάση αλλαγών που έζησαν οι ίδιοι- να εισαγάγουν αλλαγές και στη ζωή των νεκρών, 
δίνοντας μορφή σε ό,τι έμοιαζε άμορφο ή είχε μια διαφορετική μορφή: αναγνωρίζοντας για παράδειγμα
ως αληθινό επαναστάτη αυτόν που είχε στιγματιστεί για τις πράξεις του ενάντια στο νόμο,
εξυμνώντας ως ποιητή ή προφήτη αυτόν που είχε νιώσει τον εαυτό του καταδικασμένο στη νεύρωση ή στο παραλήρημα.
Αυτές όμως είναι αλλαγές που μετράνε ιδιαίτερα για τους ζωντανούς.
Οι νεκροί, είναι δύσκολο να επωφεληθούν από αυτές.
Ο καθένας μας είναι φτιαγμένος απ' όσα έζησε και από τον τρόπο με τον οποίο τα έζησε,
κι αυτό κανένας δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει.
Όποιος έζησε υποφέροντας, παραμένει φτιαγμένος από τη δυστυχία του, 
αν κάποιος θελήσει να του την αφαιρέσει, δεν θα είναι πια ο εαυτός του.

Γι' αυτό ο Πάλομαρ ετοιμάζεται να γίνει ένας τζαναμπέτης νεκρός, που δεν ανέχεται την καταδίκη να μείνει έτσι όπως είναι
αλλά και που δεν είναι διατεθειμένος να απαρνηθεί τίποτα από τον εαυτό του, ακόμα και ό,τι του είναι βάρος.


"Αν ο χρόνος πρέπει να τελειώσει, μπορούμε να τον περιγράψουμε στιγμή προς στιγμή, την κάθε στιγμή όμως της περιγραφής του, ο χρόνος διαστέλλεται
τόσο πολύ, ώστε δε βλέπουμε πια το τέλος του."
Αποφασίζει ότι θ' αρχίσει να περιγράφει την κάθε στιγμή της ζωής του, 
και ότι όσο δεν θα έχει τελειώσει την περιγραφή όλων των στιγμών του δεν θα σκεφτεί ότι είναι νεκρός.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πεθαίνει.


Κφβφκ.

Διαβάζω τα Κοσμοκωμικά του Καλβίνο, και γι' άλλη μια φορά διαπιστώνω την άμεση και μελαγχολική ματιά του στον κόσμο και στα πράγματα, αλλά που την παρουσιάζει με τέτοιο αβίαστο τρόπο, που σε κάνει ν' αμφιβάλλεις για το αν είναι ευτυχισμένος ή όχι. Θα ήθελα να τον έχω δάσκαλο σε κάποια φάση της ζωής μου.
Δυο φράσεις από το τελευταίο κεφάλαιο (το ξεκίνησα από το τέλος):

"Τα μάτια που περιμέναμε τόσο καιρό ν' ανοίξουν και να μας κοιτάξουν, τελικά δεν ανήκαν σ' εμάς." 
(κι αν δεν είναι ακριβώς έτσι, εγώ έτσι το διάβασα και το θυμάμαι και με πέθανε η συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας, παρόλο που με είχε προετοιμάσει η Δήμητρα)


"Μπορούσα να τη σκέφτομαι με εξαιρετική ακρίβεια, κι όχι τόσο να σκέφτομαι πώς ήταν φτιαγμένη (πράγμα που θα συνιστούσε ένα μάλλον κοινότοπο και χοντροκομμένο τρόπο να τη σκέφτεται κανείς) αλλά πώς θα μπορούσε να μεταμορφωθεί, αν έπαιρνε μια από τις αμέτρητες δυνατές μορφές, παραμένοντας όμως πάντα ο εαυτός της. Φανταζόμουν, δηλαδή, όχι τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει αλλά την ιδιαίτερη ποιότητα που η ίδια θα έδινε σ' εκείνες τις μορφές."

(και ναι, αυτό για μένα είναι ο Έρωτας που γίνεται Αγάπη. ή δεν γίνεται, αλλά τέλος πάντων γίναμε επιτέλους εκείνοι που δεν πολυνοιάζονται για τις λέξεις)