Σ' ένα ταξίδι του σε κάποια χώρα της Ανατολής, ο κύριος Πάλομαρ αγόρασε στο παζάρι ένα ζευγάρι παντόφλες. Όταν γύρισε στο σπίτι, προσπάθησε να τις φορέσει: αμέσως συνειδητοποιεί ότι η μία παντόφλα είναι πιο μεγάλη από την άλλη και γλιστρά από το πόδι του.
Θυμάται το γέρο πωλητή καθισμένο ανακούρκουδα σε μια γωνιά του παζαριού, μπροστά σ' ένα σωρό από παντόφλες όλων των διαστάσεων, ριγμένες ανάκατα. Τον βλέπει να ψάχνει στο σωρό για να βρει μια παντόφλα κατάλληλη για το πόδι του, τον βλέπει να τον βάζει να τη δοκιμάσει, κι ύστερα να ξαναρχίζει να ψάχνει, και τέλος να του παραδίδει το υποτιθέμενο ταίρι της, ταίρι που ο ίδιος παραλαμβάνει χωρίς να δοκιμάσει.
"Ίσως τώρα - σκέφτεται ο κύριος Πάλομαρ- κάποιος άλλος άντρας να περπατά σ' εκείνη τη χώρα με δυο αταίριαστες παντόφλες."
Και βλέπει μια αδύνατη σκιά να διασχίζει την έρημα κουτσαίνοντας, με μια παντόφλα που σε κάθε βήμα του γλιστράει από το πόδι, ή είναι πολύ στενή ώστε να του σφίγγει τη φυλακισμένη του πατούσα.
"Ίσως κι εκείνος τούτη τη στιγμή να σκέφτεται εμένα, ίσως να ελπίζει πως θα με συναντήσει για ν' ανταλλάξουμε τις παντόφλες μας. Η σχέση που μας συνδέει είναι πιο καθαρή και συγκεκριμένη από χιλιάδες άλλες σχέσεις που συνδέουν τα ανθρώπινα πλάσματα. Κι όμως δε θα συναντηθούμε ποτέ". Αποφασίζει να συνεχίσει να φορά αυτές τις αταίριαστες παντόφλες από αλληλεγγύη σ' αυτόν τον άγνωστο σύντροφο της κοινής ατυχίας, για να κρατήσει ζωντανή αυτήν την τόσο σπάνια αίσθηση συμπληρωματικότητας, αυτή την αντανάκλαση των κουτσών βημάτων από τη μια ήπειρο στην άλλη.
[...]
Ίσως ο άγνωστος σύντροφος να κούτσαινε σε μια άλλη εποχή. Ίσως η ασυμμετρία των βημάτων τους να έχει την αντιστοιχία της όχι μόνο στην απόσταση που χωρίζει τη μια ήπειρο από την άλλη, αλλά και σε μια απόσταση αιώνων. Αυτό όμως δεν κάνει τον κύριο Πάλομαρ να νιώθει λιγότερη αλληλεγγύη γι' αυτόν. Συνεχίζει να σέρνει τα πόδια του με δυσκολία για ν' ανακουφίσει τη σκιά του.
Διαβάζω τα Κοσμοκωμικά του Καλβίνο, και γι' άλλη μια φορά διαπιστώνω την άμεση και μελαγχολική ματιά του στον κόσμο και στα πράγματα, αλλά που την παρουσιάζει με τέτοιο αβίαστο τρόπο, που σε κάνει ν' αμφιβάλλεις για το αν είναι ευτυχισμένος ή όχι. Θα ήθελα να τον έχω δάσκαλο σε κάποια φάση της ζωής μου. Δυο φράσεις από το τελευταίο κεφάλαιο (το ξεκίνησα από το τέλος):
"Τα μάτια που περιμέναμε τόσο καιρό ν' ανοίξουν και να μας κοιτάξουν, τελικά δεν ανήκαν σ' εμάς."
(κι αν δεν είναι ακριβώς έτσι, εγώ έτσι το διάβασα και το θυμάμαι και με πέθανε η συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας, παρόλο που με είχε προετοιμάσει η Δήμητρα)
"Μπορούσα να τη σκέφτομαι με εξαιρετική ακρίβεια, κι όχι τόσο να σκέφτομαι πώς ήταν φτιαγμένη (πράγμα που θα συνιστούσε ένα μάλλον κοινότοπο και χοντροκομμένο τρόπο να τη σκέφτεται κανείς) αλλά πώς θα μπορούσε να μεταμορφωθεί, αν έπαιρνε μια από τις αμέτρητες δυνατές μορφές, παραμένοντας όμως πάντα ο εαυτός της. Φανταζόμουν, δηλαδή, όχι τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει αλλά την ιδιαίτερη ποιότητα που η ίδια θα έδινε σ' εκείνες τις μορφές."
(και ναι, αυτό για μένα είναι ο Έρωτας που γίνεται Αγάπη. ή δεν γίνεται, αλλά τέλος πάντων γίναμε επιτέλους εκείνοι που δεν πολυνοιάζονται για τις λέξεις)