Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Fernando Pessoa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Fernando Pessoa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη

If only I could think! If only I could feel!

 Today, suddenly, I reached an absurd but unerring conclusion. In a moment of enlightenment, I realized that I'm nobody, absolutely nobody. When the lightning flashed, I saw that what I had thought to be a city was in fact a deserted plain and, in the same sinister light that revealed me to myself, there seemed to be no sky above it. I was robbed of any possibility of having existed before the world. If I was ever reincarnated, I must have done so without myself, without a self to reincarnate.

I am the outskirts of some non-existent town, the long-winded prologue to an unwritten book. I'm nobody, nobody. I don't know how to feel or think or love. I'm a character in a novel as yet unwritten, hovering in the air and undone before I've even existed, amongst the dreams of someone who never quite managed to breathe life into me.

I'm always thinking, always feeling, but my thoughts lack all reason, my emotions all feeling. I'm falling through a trapdoor, through infinite, infinitous space, in a directionless, empty fall. My soul is a black maelstrom, a great madness spinning about a vacuum, the swirling of a vast ocean around a hole in the void, and in the waters, more like whirlwinds than waters, float images of all I ever saw or heard in the world: houses, faces, books, boxes, snatches of music and fragments of voices, all caught up in a sinister, bottomless whirlpool.

And I, I myself, am the centre that exists only because the geometry of the abyss demands it; I am the nothing around which all this spins, I exist so that it can spin, I am a centre that exists only because every circle has one. I, I myself, am the well in which the walls have fallen away to leave only viscous slime. I am the centre of everything surrounded by the great nothing.

And it is as if hell itself were laughing within me but, instead of the human touch of diabolical laughter, there's the mad croak of the dead universe, the circling cadaver of physical space, the end of all worlds drifting blackly in the wind, misshapen, anachronistic, without the God who created it, without God himself who spins in the dark of darks, impossible, unique, everything.

If only I could think! If only I could feel!



https://www.youtube.com/watch?v=Na5VT9Dmsg8

Παρασκευή

270.



Η τέχνη μας απελευθερώνει με τις ψευδαισθήσεις της από
την αθλιότητα του είναι. Όσο αισθανόμαστε τα δεινά και τις
συμφορές του Άμλετ, πρίγκηπα της Δανιμαρκίας, δεν αισθα-
νόμαστε τις δικές μας - κακές γιατί είναι δικές μας και κα-
κές γιατί είναι κακές.
Ο έρωτας, ο ύπνος, τα ναρκωτικά και οι τοξικές ουσίες
είναι στοιχειώδεις μορφές της τέχνης, ίσως επειδή παρά-
γουν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτήν. Αλλά έρωτας, ύπνος και
ναρκωτικά φέρουν το καθένα από αυτά τη διάψευση. Ο έ-
ρωτας κουράζει ή διαψεύδει. Από τον ύπνο ξυπνά κανείς,
και όσο κοιμόταν δεν ζούσε. Τα ναρκωτικά έχουν ως αντίτι-
μο την καταστροφή του σώματος, το οποίο αρχικά διέγει-
ραν. Αλλά στην τέχνη δεν υπάρχει διάψευση, γιατί η ψευδαί-
σθηση έγινε αποδεκτή ευθύς εξαρχής. Από την τέχνη δεν ξυ-
πνάμε γιατί σ' αυτήν δεν κοιμόμαστε ακόμη κι αν ονειρευό-
μαστε. Στην τέχνη δεν υπάρχει συμμετοχή ή πρόστιμο που 
πληρώνουμε γιατί την απολαύσαμε.
Την απόλαυση που μας προσφέρει, καθώς κατά κάποιον
τρόπο δεν είναι δική μας, δεν είναι δική μας υποχρέωση να
την πληρώσουμε ή να μετανιώσουμε γι' αυτή.
Ως τέχνη νοείται οτιδήποτε μας σαγηνεύει χωρίς να είναι
δικό μας - το ίχνος ενός τοπίου, το χαμόγελο που δίνουμε
στον άλλο, η δύση του ήλιου, το ποίημα, 
το αντικειμενικό σύμπαν.
Κατέχω ίσον χάνω. Αισθάνομαι χωρίς να κατέχω ίσον
διαφυλάττω, διότι είναι εξάγω από κάποιο πράγμα την ου-
σία του.

313.

Με εκνευρίζει η ευτυχία όλων αυτών των ανθρώπων που δεν 
ξέρουν ότι είναι δυστυχείς. Η ανθρώπινη ζωή τους είναι γε
μάτη από όλα εκείνα που θα αποτελούσαν μια σειρά από α-
γωνίες για μια αληθινή ευαισθησία. Αλλά, καθότι η αληθινή
τους ζωή είναι σαν των φυτών, αυτό που υφίστανται περνάει
από πάνω τους χωρίς να αγγίζει την ψυχή τους, και ζουν μια
ζωή που θα μπορούσε να συγκριθεί τελικά με τη ζωή ενός
ανθρώπου που έχει πονόδοντο, ο οποίος ταυτόχρονα κληρο-
νόμησε μια περιουσία - την αληθινή περιουσία να ζει χωρίς
να το αντιλαμβάνεται, το μέγιστο δώρο που μπορούν να μας
κάνουν οι θεοί, γιατί είναι το δώρο τού να είμαστε όμοιοί 
τους, ανώτεροι σαν αυτούς (αν και με διαφορετικό τρόπο)
στην ευθυμία και τον πόνο.
Γι' αυτό, προπάντων, σας αγαπώ όλους σας. Αγαπημένα 
μου φυτά.



Τρίτη

.κάτι



“…τυλιγμένα στον εαυτό τους, μέσα σ’ ένα σταχτί που κατέρρεε σε ένα ψεύτικο λευκό.”


“Τρέχω τρέχω τρέχω μέχρι να σωθεί η αναπνοή μου
αλίμονο σε μένα
ποτέ η αλήθεια, ποτέ η ανάπαυση.”


από τα πρώτα μου παιχνίδια με λάδι