27.2.15

270.



Η τέχνη μας απελευθερώνει με τις ψευδαισθήσεις της από
την αθλιότητα του είναι. Όσο αισθανόμαστε τα δεινά και τις
συμφορές του Άμλετ, πρίγκηπα της Δανιμαρκίας, δεν αισθα-
νόμαστε τις δικές μας - κακές γιατί είναι δικές μας και κα-
κές γιατί είναι κακές.
Ο έρωτας, ο ύπνος, τα ναρκωτικά και οι τοξικές ουσίες
είναι στοιχειώδεις μορφές της τέχνης, ίσως επειδή παρά-
γουν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτήν. Αλλά έρωτας, ύπνος και
ναρκωτικά φέρουν το καθένα από αυτά τη διάψευση. Ο έ-
ρωτας κουράζει ή διαψεύδει. Από τον ύπνο ξυπνά κανείς,
και όσο κοιμόταν δεν ζούσε. Τα ναρκωτικά έχουν ως αντίτι-
μο την καταστροφή του σώματος, το οποίο αρχικά διέγει-
ραν. Αλλά στην τέχνη δεν υπάρχει διάψευση, γιατί η ψευδαί-
σθηση έγινε αποδεκτή ευθύς εξαρχής. Από την τέχνη δεν ξυ-
πνάμε γιατί σ' αυτήν δεν κοιμόμαστε ακόμη κι αν ονειρευό-
μαστε. Στην τέχνη δεν υπάρχει συμμετοχή ή πρόστιμο που 
πληρώνουμε γιατί την απολαύσαμε.
Την απόλαυση που μας προσφέρει, καθώς κατά κάποιον
τρόπο δεν είναι δική μας, δεν είναι δική μας υποχρέωση να
την πληρώσουμε ή να μετανιώσουμε γι' αυτή.
Ως τέχνη νοείται οτιδήποτε μας σαγηνεύει χωρίς να είναι
δικό μας - το ίχνος ενός τοπίου, το χαμόγελο που δίνουμε
στον άλλο, η δύση του ήλιου, το ποίημα, 
το αντικειμενικό σύμπαν.
Κατέχω ίσον χάνω. Αισθάνομαι χωρίς να κατέχω ίσον
διαφυλάττω, διότι είναι εξάγω από κάποιο πράγμα την ου-
σία του.

1 σχόλιο:

Gardro Zeuth είπε...

(Μου φαίνεται ότι) Το αν κάτι διαψεύδει, διαψεύδεται ή αληθεύει, είναι θέμα του σκοπού του και του κριτηρίου της αλήθειας (του). Ομοίως και για το αν κάτι αποτελεί αίσθηση ή παραίσθηση ή ψευδαίσθηση (βλ. και στίχο Ελένης Δήμου).

Το γοητευτικό θεμελιώδες αξίωμα της αθλιότητας τού είναι, (έχω την εντύπωση πως) προδικάζει τη διάψευση του οτιδήποτε και καθιστά αξιωματικά οτιδήποτε ως ψευδαίσθηση:
Τί να (και πώς κάτι δύναται να) αληθεύσει εντός της αθλιότητας - παρά μόνο οτιδήποτε άθλιο. Και ο έρωτας, ο ύπνος και τα ναρκωτικά δεν είναι (μάλλον) άθλια - άρα είναι προδεδικασμένα ψευδαισθήσεις. (Αν και ορισμένες παρτίδες ναρκωτικών είναι χειρότερες από άθλιες - επιστροφή στις οικογενειακές βιολογικές καλλιέργειες...).
Από μια άλλη οπτική, τί να (και πώς κάτι δύναται να) αληθεύσει εντός της αθλιότητας, αν τίποτα δεν υπάρχει εντός της αθλιότητας; (Εδώ σαν να υπάρχει ένα νοηματικό κενό... Ποιο κενό (β)ρε απίστευτε, το μισό Grand Canyon υπάρχει...).

Αν η αλήθεια δεν είναι κυρίως αυτό που δεν ξεχνιέται αλλά αυτό που αποκαλύπτεται, αναδεικνύεται, φανερώνεται, που -τσουπ- ξεπροβάλει (και ίσως γι' αυτό και δεν ξεχνιέται), τότε ο έρωτας, ο ύπνος και τα ναρκωτικά μπορούν να αληθεύσουν και να μη διαψευσθούν. Αλλά όμως η φανέρωση έχει νόημα και αξία μόνο επιβεβαιωμένη μέσα στη ζωή -όχι ως Θεία φώτιση-, και η θεμελιακή αθλιότητα στενεύει απαγορευτικά τα περιθώρια για κάτι τέτοιο...
Ένας (μαθηματικός) είχε πει ότι δεν θα είχε καταφέρει να βρει μια απόδειξη αν δεν τύχαινε να βρισκόταν παρατεταμένα υπό την επήρεια LSD (ποιότητας - όχι μουφέξ δηλητήρια, επιμένω...). Η απόδειξη υπήρξε.
Απ' την άλλη, ο στίχος λέει: «Και φούμα φούμα στα βοτσαλάκια, αγίους έβλεπα και αγγελάκια». Τα αγγελάκια δεν (;) υπήρξαν.

Εξ αρχής (β)ρε παιδί μου δεν μου κάθεται καλά αυτή η αθλιότητα του είναι (τίποτα δεν μου κάθεται αλλά λέμε...). Το είναι (δεν μπορεί να;) είναι συντριπτικά μάταιο, ανόητο και ανούσιο (όπως και είναι δηλαδή) - και ταυτόχρονα εξαιρετικά αντιάθλιο, υπέροχο και λαμπρό; Ε;

Υ.Γ. i: «Η ζωή είναι τέχνη ρε, πότε θα το καταλάβετε;». (Φράση από (ελληνική) ταινία).

Υ.Γ. ii: Δεν φανταζόμουν ότι θα χρειαζόταν κάποτε να «αποδείξω ότι δεν είμαι ρομπότ» και μάλιστα κάνοντας κλικ σε κάτι που γράφει «δεν είμαι ρομπότ»... (believe it or f*cking not...).