31.1.14

Η κλεψύδρα με τις στάχτες.

Κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε δίχως πρωί
Τα μάτια μας θα 'χουν γκρεμιστεί μέσα στη νύχτα
Φώτα σβηστά βλέφαρα ασύνταχτα
Γράμματα μπερδεμένα μες στα κουρελιασμένα χείλια μας
Μασώντας την τελευταία μας λέξη σαν ξέφτι
Αυτά τα κόκαλα εσύ παιδεύεις να στεριώσεις
Μέσα στο χιόνι απίθανα θαμμένο καλοκαίρι
Εσύ μες στις ρυτίδες του καπνού σου ταξιδεύεις
Μνήμη του τίποτα και παγωνιά στο μάτι
Ξεχνάς κάποτε και κοιτάς τη βροχή από κάπου που έρχεται
Τον άνεμο από κάπου που έρχεται
Απ' το κάπου του πουθενά κάτι που έρχεται
Οδυνηρό πουλί
Γαλάζιο ύφασμα ουρανού στη χάρτινή σου στέγη
Ξεχνάς κάποτε και κοιτάς ένα μάτι
Ένα μάτι δίπλα σ' έν' άλλο μάτι
Ένα μάτι σ' έν' άλλο μέσα μάτι
Ένα μάτι από 'να παράθυρο να πέφτει
Από 'να δρόμο να φεύγει
Ξεχνάς κάποτε και κοιτάς
Εδώ κι εκεί το νεκρό υλικό σου.


όταν ξαναγεννηθώ τέτοια μάτια θέλω να έχω. άδεια, στεγνά και πέτρινα.