Κυριακή

σφιχτά τι άλλο

δεν μπορεί να είναι μακριά ούτε μέτρο καλά-καλά το
νιώθω μακριά μια μέρα θα φύγει πάνω στα τέσσερα δά-
χτυλά του αφού θα έχει χάσει τον αντίχειρα κάτι δεν 
πάει καλά εδώ θα με παρατήσει το βλέπω κλείνω τα 
μάτια τα άλλα και το βλέπω πώς τινάζει τα τέσσερα δά-
χτυλα μπροστά σαν αρπάγες οι άκρες βυθίζονται τραβι-
ούνται κι έτσι με μικρά οριζόντια τινάγματα απομακρύ-
νεται βοηθάει να φεύγει έτσι λίγο-λίγο με βοηθάει

τα κεφάλια ψηλά ατενίζουμε φαντάζομαι έχουμε φα-
ντάζομαι τα μάτια μας ανοιχτά και ατενίζουμε μπροστά
μας ακίνητοι σαν αγάλματα παρεκτός τα μπράτσα που
κουνιούνται μπρος-πίσω αυτά με τα χέρια πιασμένα
σφιχτά τι άλλο

Statue in the Père-Lachaise Cemetery, Paris.

αιφνιδίως τρώμε σάντουιτς εναλλάξ μπουκιές εγώ το δι-
κό μου αυτή το δικό της και ανταλλάσσουμε αβρότητες
γλυκό μου κορίτσι εγώ δαγκώνω αυτή καταπίνει γλυκό
μου αγόρι αυτή δαγκώνει εγώ καταπίνω δεν πιάνουμε
ακόμη το χαμούρεμα τα ράμφη είναι γεμάτα

κοριτσάκι μου εγώ δαγκώνω αυτή καταπίνει αγοράκι
μου αυτή δαγκώνει εγώ καταπίνω σύντομο μαύρο και νά
'μαστε πάλι όλο και να μικραίνουμε ξανά στο βάθος μέσα
στα λιβάδια χέρι-χέρι τα μπράτσα να κουνιούνται μπρος-
πίσω τα κεφάλια ψηλά προς τα ύψη όλο και πιο μικροί
πρώτα χάνεται ο σκύλος μετά εμείς η σκηνή μας αδειάζει

Δεν υπάρχουν σχόλια: